Δημοσιεύσεις Μελών ΕΛ.Δ.Ε.

ΔΙΑΤΡΟΦΙΚΗ ΕΚΤΙΜΗΣΗ ΦΥΤΙΚΩΝ ΤΡΟΦΙΜΩΝ ΠΟΥ ΕΧΟΥΝ ΤΗΓΑΝΙΣΤΕΙ ΣΕ ΠΑΡΘΕΝΟ ΕΛΑΙΟΛΑΔΟ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΙΣ ΕΛΛΗΝΙΚΕΣ ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΕΣ ΣΥΝΗΘΕΙΕΣ.

Ν. Καλογερόπουλος, Δ. Γρηγοράκης, Α. Μυλωνά, Α. Φαληρέα, Ν. Ανδρικόπουλος.

Τμήμα Επιστήμης Διαιτολογίας και Διατροφής, Χαροκόπειο Πανεπιστήμιο, Αθήνα, Ελλάδα..

ΠΕΡΙΛΗΨΗ:

Το τηγάνισμα με ελαιόλαδο είναι ένας δημοφιλής τρόπος μαγειρέματος σε πολλές μεσογειακές χώρες. Στην παρούσα εργασία παρασκευάστηκαν 8 τηγανητά φαγητά σύμφωνα με τη συνήθη οικιακή πρακτική: πατάτα τηγανητή, πιπεριά τηγανητή, κολοκύθι τηγανητό, αλευρωμένο κολοκύθι τηγανητό, κολοκύθι σε «κουρκούτι» τηγανητό, μελιτζάνα τηγανητή, αλευρωμένη μελιτζάνα τηγανητή, μελιτζάνα σε «κουρκούτι» τηγανητή. Τα τηγανισμένα τρόφιμα απώλεσαν μέρος της αρχικής τους υγρασίας (8,0-51,1 % κ.β.), ενώ ταυτοχρόνως απορρόφησαν έλαιο σε διάφορα ποσοστά (5,6-41 % κ.β).

Οι συνολικές πολυφαινολικές ενώσεις (κυρίως τυροσόλη και υδροξυτυροσόλη) του ελαιολάδου, βρέθηκαν στα τηγανισμένα έλαια και -σε χαμηλά όμως συγκριτικά επίπεδα- στα τηγανισμένα τρόφιμα. Αντίθετα υψηλή ήταν η περιεκτικότητα των τηγανισμένων φυτικών τροφίμων σε σκουαλένιο, τα επίπεδα του οποίου κυμαίνονταν από 6,8 mg/100g (κολοκύθι) έως 97,6 mg/100g (μελιτζάνες). Τα τρόφιμα αυτά θα μπορούσαν να συνεισφέρουν στην ημερήσια λήψη σκουαλενίου στους πληθυσμούς της ευρύτερης περιοχής της Μεσογείου.

Συμπερασματικά, τα φαγητά που έχουν τηγανισθεί σε ελαιόλαδο θα μπορούσαν να θεωρηθούν ως μια σημαντική πηγή σκουαλενίου.

Δείτε εδώ ολόκληρη την έρευνα

ΚΑΤΑΝΑΛΩΣΗ ΑΛΚΟΟΛ ΚΑΙ ΚΑΡΔΙΑΓΓΕΙΑΚΟΣ ΚΙΝΔΥΝΟΣ

Δ. Γρηγοράκης, Β. Μπουντζιούκα, Ν. Καλογερόπουλος

Τμήμα Διαιτολογίας Διατροφής, Χαροκόπειο Πανεπιστήμιο, Αθήνα, Ελλάδα

Εισαγωγή
Η κατανάλωση αιθανόλης έχει αμφιλεγόμενη σχέση με τον καρδιαγγειακό κίνδυνο. Έρευνες παρατήρησης έχουν αναδείξει μια παραβολική σχέση μόνο με την κατανάλωση κρασιού, ενώ άλλες έδειξαν ότι η πηγή πρόσληψης αιθανόλης δεν παίζει ιδιαίτερο ρόλο. Οι παθοφυσιολογικοί μηχανισμοί που έχουν προταθεί αφορούν την ρύθμιση της αρτηριακής πίεσης, την αύξηση της HDL-χοληστερόλης καθώς και την βελτίωση κάποιων δεικτών της ενδοθηλιακής λειτουργίας. Παρόλα αυτά ο ρόλος της κατανάλωσης αιθανόλης, οι πηγές προέλευσης και οι μηχανισμοί καρδιοπροστατευτικής δράσης δεν έχουν πλήρως διευκρινισθεί, και ερωτήματα όπως «συνεισφέρει η κατανάλωση αλκοόλ στη μείωση του καρδιαγγειακού κινδύνου σε πληθυσμιακό επίπεδο; Και από ποιες πηγές προέλευσης επέρχεται η μεγαλύτερη καρδιοπροστατευτική προστασία;» παραμένουν «ανοικτά στη σύγχρονη διαιτολογία» (Kloner RA et al. To drink or not to drink? That is the question. Circulation. 2007).

Σκοπός
Σκοπός της παρούσας ανασκόπησης είναι η διερεύνηση της σχέσης της κατανάλωσης αιθανόλης, και ειδικότερα των πηγών προέλευσης (δηλ. κρασί, μπύρα ή άλλα οινοπνευματώδη ποτά), με κλινικούς (σωματικό βάρος, αρτηριακή πίεση, ΗΚΓ μεταβολές) και βιοχημικούς δείκτες (λιπίδια, κρεατινίνη, ουρία, ουρικό οξύ, φλεγμονή και θρόμβωση) συσχετιζόμενους με την καρδιαγγειακή νόσο.

Δείτε εδώ ολόκληρη την έρευνα

ΣΥΧΝΟΤΗΤΑ ΚΑΤΑΝΑΛΩΣΗΣ ΤΡΟΦΙΜΩΝ ΚΑΙ ΣΩΜΑΤΙΚΟ ΛΙΠΟΣ ΣΕ ΠΡΟ- ΚΑΙ ΜΕΤΑ – ΕΜΜΗΝΟΠΑΥΣΙΑΚΕΣ ΓΥΝΑΙΚΕΣ.

Μ. Γιαννακούλια, Λ. Μελίστας, Ε. Σολωμού & Ν. Γιαννακούρης

ΠΕΡΙΛΗΨΗ:

ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΟ ΕΡΕΥΝΑΣ:

Η μελέτη συσχέτισης μεταξύ της συχνότητας κατανάλωσης γευμάτων (ΣΚΓ) και του σωματικού παχος σε προ και μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες, έπειτα από αποκλεισμό των γυναικών -«υποκαταγραφέων».

ΜΕΘΟΔΟΙ ΕΡΕΥΝΑΣ:

Αυτή ήταν μια διατμηματική μελέτη με 64 προεμμηνοπαυσιακές και 50 μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες, μη «υποκαταγραφείς (υποκαταγραφέας = άτομο που καταγράφει ενεργειακή πρόσληψη μικρότερη από την πραγματική), ηλικίας από 24 έως 74 ετών και με Δείκτη Μάζας Σώματος από 18,5 kg/m2 μέχρι 38,6 kg/m2. Ο Δείκτης Μάζας Σώματος και το ποσοστό του σωματικού λίπους εκτιμήθηκαν με τη χρήση του DXA. Οι συχνότητα ενεργειακής κατανάλωσης, ενέργεια και πρόσληψη των μακροθρεπτικών συστατικών υπολογίστηκαν με τη χρήση ενός 3ήμερου ημερολογίου καταγραφής τροφίμων. Τo επίπεδο της φυσικής δραστηριότητας και η ενεργειακή δαπάνη εκτιμήθηκαν με τη συμπλήρωση ενός ερωτηματολογίου φυσικής δραστηριότητας, που πραγματοποιήθηκε από το ίδιο το δείγμα.

ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ:

Δε βρέθηκε καμία συσχέτιση μεταξύ της συχνότητας της ενεργειακής κατανάλωσης γεύματος και της εναπόθεσης λιπώδους ιστού στις προεμμηνοπαυσιακές γυναίκες. Αντιθέτως, στις μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες η συχνότητα της ενεργειακής κατανάλωσης συσχετίστηκε θετικά με το ποσοστό του σωματικού λίπους (r=0.30 , p=0.03). Η συχνότητα της ενεργειακής κατανάλωσης συσχετίστηκε θετικά τόσο με την ολική ενεργειακή πρόσληψη όσο και με την ολική ενεργειακή κατανάλωση και στις δύο ομάδες (r=0.34, p=0.02). Πολυπαραγοντική ανάλυση έδειξε ότι στις μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες η συχνότητα της ενεργειακής κατανάλωσης αποτελεί σημαντικό δείκτη για το σωματικό πάχος (σταθερα βήτα = 0.41 και ρ=0.01).

ΣΥΖΗΤΗΣΗ:

Η συχνότητα κατανάλωσης γευμάτων δε βρέθηκε να σχετίζεται με την εναπόθεση λιπώδους ιστού στις προεμμηνοπαυσιακές γυναίκες, αλλά συσχετίστηκε με το αυξημένο σωματικό λίπος στις μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες. Πιθανές ερμηνείες θα μπορούσαν να είναι ή ότι η συχνή κατανάλωση τροφής δε σχετίζεται με το φυσικά δραστήριο τρόπο ζωής στις μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες ή ότι η συχνή κατανάλωση τροφής προδιαθέτει υψηλότερη ενεργειακή πρόσληψη σε γυναίκες μετά την εμμηνόπαυση αυξάνοντας ,έτσι, την αποθήκευση τροφής και καθιστώντας τον έλεγχο για ισοζυγίο ενέργειας ένα έργο πιο δύσκολο για αυτές.

Δείτε εδώ ολόκληρη την έρευνα